'Παράδοση είναι να δημιουργείς και μάλιστα εκ του μηδενός' Διονύσης Σαββόπουλος

Τρίτη, 5 Μαΐου 2020

ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΑΓΑΠΗΣ


Η μάνα μου μια εποχή ζύμωνε συχνά κι ας ζούσαμε σε πόλη (τώρα την Καρδίτσα του 70 δεν τη λες και ακριβώς πόλη). Ζύμωνε με προζύμι και με αλεύρι από πετρόμυλο. Είχα λοιπόν τη διαδικασία του ζυμώματος και τη γεύση του ψωμιού χαραγμένη στη μνήμη μου. Όταν ξεκινήσαμε τον ξενώνα Αμανίτα, κάπου εκεί το 2007 και στα πλαίσια των ‘γαστρονομικών αναζητήσεων’, κατάλαβα ότι η ποιότητα του ψωμιού είναι το θεμέλιο ενός καλού πρωινού. Εντελώς τυχαία, ενώ είχα πάει στη Ζαγορά για να αγοράσω παλιές ποικιλίες μηλιάς, στο σπίτι που περίμενα για να μου τις φέρουν η νοικοκυρά μου πρόσφερε ζυμωτό ψωμί και τυρί. Αυτό ήταν! Κάναμε μια μικρή συζήτηση και στο τέλος της ζήτησα να μου δώσει λίγο προζύμι. Το έκανε χωρίς δεύτερη κουβέντα, διαιρώντας το δικό της.

Πρέπει να ήμουνα πολύ καβαλημένος εκείνη την εποχή. Τη θεώρησα πολύ φυσιολογική αυτή τη χειρονομία. Έρχεται ο ‘λευκός πρίγκιπας’ στο χωριατόσπιτο, ζητάει προζύμι και η χωρική ευχαρίστως του δίνει …. και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Τι είναι όμως το προζύμι;
Είναι μια μπάλα ζυμάρι, γεμάτη ζυμομύκητες.
Πως γίνεται;
Μετά το ζύμωμα του ψωμιού, κρατάς μια ποσότητα ζυμαριού για να την χρησιμοποιήσεις για το επόμενο ζύμωμα.
Από πού προέρχεται;
Προζύμι μπορεί να φτιάξει κάποιος από την αρχή με πολλούς τρόπους και με χρονοβόρα διαδικασία, όμως ο γρηγορότερος τρόπος είναι να ζητήσεις από κάποιον που έχει ήδη.

Το προζύμι όμως σιγά – σιγά αποκτά στοιχεία από την προσωπικότητα του ανθρώπου που το ‘δουλεύει’, του ανθρώπου που το χρησιμοποιεί, αυτού που ζυμώνεται μαζί του. Οι ζυμομύκητες εξελίσσονται σε πλήρη συνάρτηση με τον αγώνα και τη φροντίδα του ζυμωτή τους. Γι’ αυτό το να μοιραστείς το προζύμι σου δεν είναι κάτι απλό. Είναι μια πράξη αγάπης, γιατί όπως ξέρουμε ‘ότι δίνεις σου ανήκει για πάντα’.

ΨΩΜΑΚΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΖΕΛΙΝΑ



Με την Αντζελίνα Καλογεροπούλου γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Εκτιμώ βαθύτατα το ακτιβιστικό της έργο για την ελληνική γαστρονομία, εξάλλου κάπως έτσι γνωριστήκαμε πριν μια 15ετία περίπου. Την παρακολουθώ, τη συμβουλεύομαι, τα λέμε από το τηλέφωνο, συναντιόμαστε και 2-3 φορές το χρόνο. Έχουμε μια αγάπη και ένα σεβασμό ο ένας για τον άλλο.

Όλες αυτές της δύσκολες μέρες της καραντίνας έβλεπα τον αγώνα της Αντζελίνας μέσα από το blog της (two minutes angie) να βοηθήσει, να δώσει κουράγιο, συμβουλές, συνταγές. Ήθελα να κάνω κι εγώ κάτι για αυτή. Είπα λοιπόν να της φτιάξω ένα ψωμάκι.

Από βραδύς ξεκίνησα το ‘ανάπιασμα’ του προζυμιού. Το προζύμι μου, ανάμεσα σε δυο ζυμώματα, το κρατάω αλειμμένο με λίγο λάδι σε ένα ταπεράκι στο ψυγείο. Σε ένα μπολ αραίωσα το προζύμι με χλιαρό νερό μέχρι να γίνει πηχτός χυλός. Πρόσθεσα μια κουταλιά μέλι, για να ζωηρέψουν οι ζυμομύκητες και βάζοντας σιγά-σιγά λίγο αλεύρι, ανακατώνοντας με ένα κουτάλι έκανα ένα αραιό ζυμάρι. Σκέπασα το μπολ με καθαρή πετσέτα και το τύλιξα με μια φλις κουβέρτα, ώστε να είναι σε σταθερά ζεστή θερμοκρασία όλο το βράδυ.

Σήμερα το πρωί, έλεγξα το προζύμι. Είχε φουσκώσει ελαφρά, και η δομή του ήταν γεμάτη με τρύπες αέρα. Όλα καλά, το προζύμι είχε ενεργοποιηθεί.

Πήρα τη λεκάνη ζυμώματος, την έβαλα στον πάγκο μου και αράδιασα γύρω μου τα απαραίτητα υλικά. Είναι σημαντικό για μένα να τα έχω όλα γύρω μου, μεγαλώνω κι είναι εύκολο να ξεχάσω κάτι, πόσο μάλλον όταν την ίδια διαδικασία την κάνω πολύ συχνά.
Χτύπησα στο γουδί πεντέξι κόκκους μαστίχα με λίγη ζάχαρη και μετά πρόσθεσα και μια πρέζα γλυκάνισο.  Άδειασα το μεγαλύτερο μέρος από το ρευστό προζύμι στη λεκάνη. Έριξα μια κουταλιά μέλι και μια κουταλιά αλάτι. Με κουτάλι έκανα το ρευστό μίγμα ομοιογενές. Όταν είμαι έτσι χαλαρός, δεν ζυγίζω τίποτε, τα κάνω όλα με το μάτι, τη διαίσθηση και όσα αισθάνονται τα χέρια. Καθάρισα το κουτάλι και άρχισα να προσθέτω αλεύρια και να ζυμώνω. Έβαλα χαρουπάλευρο 2 κουταλιές, σιτάλευρο ολικής και κριθαράλευρο αλεσμένο με τη φλούδα. Ήθελα να κάνω ένα καρβελάκι μαύρο, βαρύ. Έριξα τη μαστίχα με το γλυκάνισο, σουσάμι και μαυροσούσαμο. Ζύμωσα με πάθος. Χρησιμοποιώ κυρίως το αριστερό χέρι, είναι μικρή η λεκάνη μου και δεν βολεύομαι με τα 2 χέρια. Αυτή η φάση θέλει προσήλωση. Εδώ μιλάνε, αλλά κυρίως ακούνε τα χέρια. Δουλεύουν και αφουγκράζονται το ζυμάρι. Αφήνουν πάνω του φροντίδα και αγάπη. Αφήνουν σωματικά μόρια να συζευχθούν με τους ζυμομύκητες. Δούλεψα το μίγμα μέχρι να γίνει ένα ομοιογενές, ελαστικό και κάπως υγρό ζυμάρι. Το πασπάλισα με λίγο αλεύρι και το έβαλα σε ένα λαδωμένο στρογγυλό καπάκι από ένα χαμένο πυρέξ. Αυτή θα είναι η φόρμα μου σήμερα. Χάραξα με μαχαίρι πάνω στο ψωμί, με τέσσερις μαχαιριές, ένα σχήμα σαν τρίλιζα. Σκέπασα με πετσέτα και ξαναέβαλα κάτω από την κουβέρτα να ωριμάσει.

Ώρα να περιποιηθώ το προζύμι για την επόμενη φορά. Όταν φτιάχνω ψωμιά βαριά, με πρόσθετα καρυκεύματα, προτιμάω να κρατάω προζύμι κατευθείαν από το αναπιασμένο και όχι από το τελικό ψωμί, ώστε την επόμενη φορά που θα ζυμώσω να ξεκινάω από ένα απλό λευκό μείγμα. Είχα αφήσει στο μπολ λίγο από το αναπιασμένο προζύμι, αραίωσα με χλιαρό νερό, έβαλα μια κουταλιά μέλι και πρόσθεσα κίτρινο αλεύρι ζυμωτό. Ζύμωσα ώστε να έχω ένα ελαστικό μείγμα. Το χώρισα στα δυο και τα έβαλα σε 2 λαδωμένα ταπεράκια, ένα για μένα και ένα για την Αντζελίνα. Καθώς ζύμωνα σκέφτηκα να της δώσω και προζύμι για να πειραματιστεί, να το κάνει δικό της.

Δυο ώρες μετά το καρβελάκι είχε πάρει μια μέτρια διόγκωση. Δεν θέλησα να αφήσω παραπάνω, είπαμε ο στόχος είναι ένα βαρύ ψωμί, άσε που η φόρμα που διάλεξα δεν άφηνε πολύ περιθώριο. Προθέρμανα το φούρνο και έβαλα να ψηθεί στους 180 βαθμούς. Έκανε μια ώρα κι ένα τέταρτο, να κάνει κραστανιστή κόρα. Το έβγαλα στη σχάρα να κρυώσει. Έτοιμο.






Κυριακή, 19 Απριλίου 2020

Καλό Πάσχα ...... με Rolling Stones


Είναι μέρες που προσπαθώ να γράψω για μένα κι εσάς σε αυτό το blog, τις ‘γαστρονομικές ανησυχίες ενός ξενοδόχου’. Όμως αισθάνομαι αρκετά άβολα, καθώς αυτές τις ημέρες δεν είμαι ξενοδόχος εν ενεργεία, αλλά από ότι βλέπω σχεδόν όλοι σας έχετε πολλές γαστρονομικές ανησυχίες, μαγειρεύετε, φτιάχνετε ψωμιά, έχετε χωθεί βαθειά μέσα στην κουζίνα.

Ήθελα να γράψω ότι αυτή την περίοδο η πρώτη μας προτεραιότητα είναι να παραμείνουμε όλοι υγιείς. Να πω πόσο θέλω με όλη μου την καρδιά να τελειώσει γρήγορα αυτή η δοκιμασία και να επανέλθουμε όλοι ενεργοί στις κοινωνικές μας και εργασιακές μας δραστηριότητες. Να σας μιλήσω για το πόσο ονειρεύομαι την ώρα που θα φιλοξενήσουμε ξανά και θα περιποιηθούμε φίλους από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Να σας υποσχεθώ ότι τίποτα δεν θα είναι ίδιο στην μετά καραντίνα εποχή, πόσο θα αλλάξουμε, πόσο καλύτεροι άνθρωποι θα γίνουμε, πόσο …, πόσο …..

Έλα όμως που δεν βγαίνει. Τι νόημα έχουν όλα αυτά, ένας ακόμη μαϊντανός να πει τη σοφία του. Σήμερα το πρωί, αυτό το περίεργο Πάσχα του μπαλκονιού είδα στο Youtube τους Rolling Stones, ο καθένας στο σπίτι του να τραγουδούν ‘you cant always get what you want. Αυτό είναι σκέφτηκα. Όλα αυτά τα χρόνια πορεύτηκα πιστεύοντας το ακριβώς αντίθετο! Παρά τα αρνητικά σημάδια των τελευταίων χρόνων δεν το έβαζα κάτω. Η αναγκαστική ανάπαυλα της καραντίνας με έχει βάλει σε σκέψεις. Ποια είναι τα σημαντικά και ποια τα ασήμαντα. Ποια τα βασικά και ποιες οι περικοκλάδες. Δεν έχω ακόμη καταλήξει, πολλές οι αντιστάσεις. Μένω προς το παρόν στο you can’t always get what you want’. Κάτι είναι κι αυτό.

Καλό Πάσχα σε όλους.



Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2020

Το φαγητό εξημερώνει;




Πριν από λίγες εβδομάδες είδα με φίλους μια από τις πρώτες ταινίες του Σουηδού Ινγκμαρ Μπέργκμαν, την ‘Έβδομη σφραγίδα’.

Η υπόθεσή της με λίγα λόγια:
ΧIV αιώνας. Ο ιππότης Αντώνιος Μπλοκ μαζί με τον ιπποκόμο του Γιονς επιστρέφουν από τις σταυροφορίες στην πατρίδα απ' όπου έλειψαν για εννέα χρόνια. Ο ιππότης μέσα από τη δοκιμασία των σταυροφοριών έχει αμφισβητήσει την πίστη του στο θεό και βρίσκεται σε μια αναζήτηση. Στο δρόμο συναντούν τον Θάνατο μεταμφιεσμένο σε μαυροντυμένο άντρα, ο οποίος θα ζητήσει από τον ιππότη να τον ακολουθήσει.
Ο ιππότης με τη σειρά του θα του προτείνει να παίξουν μια παρτίδα σκάκι: όσο ο ιππότης δεν χάνει την παρτίδα, ο θάνατος τον αφήνει να ζήσει.
Καθώς οι πρωταγωνιστές προχωρούν, συναντούν τα χωριά που μαστίζονται από την πανούκλα. Στην πορεία τους σώζουν μια κοπέλα από βιαστή και την παίρνουν μαζί τους. Ο ιππότης βοηθά επίσης μια νεαρή γυναίκα πριν καεί στη φωτιά ως μάγισσα δίνοντας της βότανα για τον πόνο.
Τον Αντώνιο Μπλοκ βασανίζουν υπαρξιακά προβλήματα. Στην αναζήτηση της λύσης συναντά ένα ζευγάρι θεατρίνων, που μαζί με το μικρό τους γιό, με μια άμαξα περιοδεύουν στα χωριά παίζοντας.
Οι θεατρίνοι ενώνονται μαζί τους για να περάσουν ένα δύσβατο δάσος και να φτάσουν στον πύργο του ιππότη, όπου τους περιμένει η γυναίκα του.

Στο τέλος μετά από περιπέτειες φτάνουν στον πύργο, ο ιππότης ξαναβρίσκει την αγαπημένη του, που τον περίμενε 9 χρόνια και τότε ο Θάνατος κερδίζει την παρτίδα και παίρνει τον Αντώνιο Μπλοκ μαζί του, όπως και τους συνοδοιπόρους του.



Βαριά ταινία, γεμάτη συμβολισμούς και απαισιοδοξία, μην ξεχνάμε ότι η σφαγή του 2ου παγκοσμίου απείχε λίγα μόλις χρόνια από τα γυρίσματά της.
Όμως σε όλη αυτή την καταθλιπτική ατμόσφαιρα υπήρχε μια σκηνή, που ξεχείλιζε από αισιοδοξία, γαλήνη, συντροφική αγάπη, νιάξιμο, μοίρασμα, χαλάρωση. Είναι η σκηνή που η θεατρίνα μοιράζεται με τον ιππότη πρώτα και μετά με όλους τους υπόλοιπους μια γαβάθα με φρεσκοαρμεγμένο κατσικίσιο γάλα και μια με αγριοφράουλες.
Ξαπλωμένοι οι πρωταγωνιστές πάνω στο φρέσκο ανοιξιάτικο γρασίδι, μιλούν για τα απλά θέματα της ζωής, απολαμβάνουν τη μέρα, την ώρα, τη στιγμή.
Εδώ μου γεννήθηκε το ερώτημα ‘όντως το φαγητό εξημερώνει;’.
Έχει τη δύναμη το φαγητό να εξημερώσει;
Νομίζω πως ναι, το φαγητό ημερώνει. Ημερώνει και χαλαρώνει αυτόν που είναι εξημερωμένος. Στον άγριο και τον αγριεμένο μικρή επίδραση έχει νομίζω. Το φαγητό, η γαστρονομία εν γένει είναι σαν ένα ρούχο. Άλλοι το φοράνε για να μην κρυώνουν, άλλοι για να επιδειχθούν, άλλοι για να ταιριάξει με το μέσα τους, άλλοι για να αναδείξουν την προσωπικότητά τους, άλλοι γιατί το φοράει κι ο διπλανός, άλλοι, άλλοι, άλλοι. Δεκάδες διαφορετικές στάσεις.
Αρέσκονται οι περί την γαστρονομία γράφοντες σε γενικεύσεις;
Ναι, όπως εξάλλου και οι γράφοντες για κάθε τι σημαντικό. Και η γαστρονομία είναι από τα σημαντικά του καιρού μας.
Μπορεί όμως να έχει την ίδια επίδραση στον ψυχισμό σου η κατανάλωση ενός αγνού πρωτογενούς φαγητού (όπως το κατσικίσιο γάλα κ οι αγριοφράουλες),που το τρως κατάχαμα στην ανθισμένη φύση, με μια σταβλίσια μοσχαρίσια μπριζόλα ενός κιλού εντατικής κτηνοτροφίας, που την τρως ψημένη rare, μέσα σένα πολύβουο στέκι της μόδας;
Η δικιά μου απάντηση είναι ΝΑΙ μπορεί.
Εξαρτάται πόσο ημερωμένος είσαι, τι απαντήσεις έχεις δώσει για σένα, παρελθόν, παρόν και μέλλον. Και ιδιαίτερα με ποιόν συντρώς. Είναι ομαδικό άθλημα το φαγητό. Χρειάζεται τουλάχιστον δυο. Χαρά που δεν μοιράζεται είναι μισή χαρά. Λύπη που δεν μοιράζεται είναι διπλή λύπη.

Στο τέλος ο θάνατος πάντα κερδίζει, έτσι κι αλλιώς. Ας πάμε όμως καλοφαγωμένοι, μερωμένοι και συμφιλιωμένοι με τη ζωή και τους δικούς μας ανθρώπους. 

  


Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2019

Το Τάλαντο

Αφιερωμένο στην Αντζελίνα Καλογεροπούλου

Όλοι γεννιόμαστε έχοντας  μαζί μας τουλάχιστον ένα τάλαντο, σύμφωνα και με την αγιογραφική παραβολή. Αυτό μεγαλώνοντας μπορούμε να το αυξήσουμε, να το μειώσουμε ή να το κρατήσουμε ίδιο. Εξαρτάται από μας, από τις συνθήκες, από ευτυχείς ή δυστυχείς συγκυρίες, την τύχη, τη θέληση και ένα σωρό άλλα.

Η δικιά μου η άποψη είναι ότι ένας από τους σκοπούς μιας ισορροπημένης ζωής είναι η παραγωγή πλούτου, να αυξήσουμε δηλαδή το τάλαντο που λέγαμε. Να παράγουμε πλούτο και να τον διαχέουμε στην κοινωνία. Ο πλούτος αυτός δεν είναι κατ’ ανάγκην υλικός, υπάρχει κι ο ψυχικός και ο πνευματικός πλούτος εξίσου απαραίτητοι και τις περισσότερες φορές πιο εύκολο να μοιραστούν στην κοινωνία, από τον υλικό.

Με ρωτούν συχνά, αν πραγματικά τα αποκαλύπτω όλα ή κρατάω μυστικά στα υλικά και στην παρασκευή των (λίγων) ξεχωριστών συνταγών, που έχω γράψει.

Τι νόημα θα είχε να το κάνω αυτό;

Αντίθετα είναι μεγάλη μου τιμή (μην πω κολοσσιαία), για μένα που γεννήθηκα στην Καρδίτσα και σπούδασα οικονομικά, αν κάποιος στην Κέρκυρα, στον Καναδά ή την Αυστραλία παρακινηθεί και φτιάξει το ‘πράσινο κέικ’ ή τη μαρμελάδα ‘black mojito’.

Αγαθή συγκυρία όταν τις εμπνεύστηκα, ας γίνουν κτήμα όποιου θα ήθελε, ας τις αλλάξει, ας εμπνευστεί κι αυτός από αυτή τη βάση, ας πάνε οι συνταγές παραπέρα, ας εξελιχθούν από άλλους καλύτερους και εμπειρότερους.

Δεν είναι πια κτήμα μου. Τις παρέδωσα στο internet και στο βιβλίο μου.

Ας τις οικειοποιηθεί όποιος θέλει. Είναι το δικό μου μικρό τάλαντο, που χαίρομαι και καμαρώνω που δεν είναι πια μόνο δικό μου.

‘ότι μοιράζεται αυξάνεται, ότι κρύβεται μικραίνει’

Μαρμελάδα ‘Black Mojito’ Αμανίτα




Υλικά
3 κιλά δαμάσκηνα Σκοπέλου, 1,65 κιλά μαύρη ζάχαρη, 3 lime, 5 κλωνάρια δυόσμου, 100 ml ρούμι

Παρασκευή
Κόβουμε τα δαμάσκηνα στη μέση και τους αφαιρούμε το κουκούτσι. Κόβουμε τα lime σε τέταρτα, μετά σε όγδοα ή ακόμη μικρότερα κομμάτια. Τα περνάμε στο multi, ώστε να κοπούν σε πολύ μικρά κομμάτια, χωρίς να λιώσουν, βάζοντας κάθε φορά δαμάσκηνα και lime μαζί. Βάζουμε στην κατσαρόλα, προσθέτουμε τη μαύρη ζάχαρη και το φρέσκο δυόσμο ψιλοκομμένο. Βράζουμε ξαφρίζουμε και δένουμε τη μαρμελάδα μας. Στο τέλος ρίχνουμε το ρούμι, ανακατεύουμε, δίνουμε μια βράση ακόμη και βάζουμε σε αποστειρωμένα βαζάκια.


Πράσινο κέικ Αμανίτα




 Υλικά
375 γρ. λιπαρή ύλη (βούτυρο, μαργαρίνη, λάδι ή μείγμα τους), 3 φλυτζάνια πράσινη ζάχαρη, 3 φλυτζάνια γάλα, 6 αυγά, αλεύρι που φουσκώνει μόνο του 500 γρ και λίγο ακόμη.

Παρασκευή
Φτιάχνουμε την πράσινη ζάχαρη βάζοντας στο μούλτι 1 φλ. Ζάχαρης και 40 φύλλα λουίζας. Βάζουμε τη ζάχαρη σε μεγάλο μπολ, προσθέτουμε τη λιπαρή ουσία ελαφρώς ζεστή και χτυπάμε με το μίξερ να αφρατέψει. Ρίχνουμε ένα -ένα τα αυγά και συνεχίζουμε το χτύπημα. Προσθέτουμε το γάλα, χτυπάμε να ομογενοποιηθεί και εδώ τελειώνει η δουλειά του μίξερ. Ρίχνουμε το αλεύρι και ανακατεύουμε με τα χέρια να απορροφηθεί και να γίνει ένα ομοιογενές μείγμα. Το βάζουμε σε φόρμες (εμείς χρησιμοποιούμε 2 μακρόστενες) και ψήνουμε στους 180ο για 50 λεπτά. Έτοιμο, πρασινοκίτρινο και αρωματικό.

Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη φίλη food blogger (και όχι μόνο) Αντζελίνα Καλογεροπούλου, που μοιράζει απλόχερα το τάλαντό της μέσα από το blogg 'Two Minutes Angie', την αμέριστη στήριξή της σε παραγωγούς και καταστήματα που αξίζουν και τη συμμετοχή της σε κοινοτικές κουζίνες και φιλανθρωπικές δράσεις.





Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Μη δίνεις τόπο στην οργή

Σήμερα που διάβασα την ανάρτηση του Νίκου Δήμου με θέμα ‘Οργή και Χάος’ μου έγιναν ξεκάθαρα ορισμένα πράγματα, που θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας.

Πρόσφατα πήγα με την κόρη μου σε γνωστή υπόγεια ταβέρνα του κέντρου της Αθήνας. Το μαγαζί αυτό αποτελεί για μένα ένα ζωντανό γαστρονομικό μνημείο της παλιάς Αθήνας. Ένα μνημείο που έχει να κάνει όχι μόνο με το φαγητό, αλλά και με την ατμόσφαιρα της παλιάς Αθήνα. Κάτι από το ‘πτωχό πλην τίμιο’ παρελθόν της.

Κατεβήκαμε καθίσαμε στο τραπέζι μας και περιμέναμε. Σχεδόν ταυτόχρονα με μας κατέβηκε και μια ομάδα 7-8 γυναικών από το Ισραήλ. Στον ξενώνα ΑΜΑΝΙΤΑ οι Ισραηλινοί είναι συχνοί μας πελάτες και έχω εντρυφήσει αρκετά στις συνήθειες και τα γούστα τους. Μας μοιάζουν αρκετά, είναι φιλέλληνες, τους αρέσει το φαγητό και είμαστε πολύ κοντά στις γαστρονομικές προτιμήσεις. Και βέβαια όπως κι εμείς είναι λίγο καχύποπτοι ως προς τις προθέσεις του εστιάτορα, ταβερνιάρη, ξενοδόχου, κλπ. Θέλουν, όπως και εμείς θέλουμε να δούμε για να πειστούμε.

Θέλαν λοιπόν οι άμοιρες κυρίες να δουν τη βιτρίνα με τα φαγητά.
Τι ήταν αυτό;

Ο καλόγαθος (στο μυαλό μου) ταβερνιάρης εξεμάνη!
‘Όχι όλες μαζί, μια – δυο μόνο να έλθουν, μα δεν ξέρουν πως λειτουργούμε;’ Μάλλον στο concept του μαγαζιού αναφερόταν.

Δεν το ξέραν οι κυρίες το concept του μαγαζιού και δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να το μάθουν. Με αυτή την οργίλη συμπεριφορά εξωθήθηκαν να ανέβουν τη σκάλα για κάπου αλλού. Μάλιστα η τελευταία ζήτησε από τον έξαλλο ταβερνιάρη συγνώμην σε άψογα Ελληνικά.

Ταράχτηκα. Σαν άνθρωπος του Τουρισμού στενοχωρήθηκα.
Το θεώρησα σαν άλλο ένα επεισόδιο χάσματος πολιτισμών (culture gap) ή έλλειψης κοινής γλώσσας.

Αυτές τις 2-3 ημέρες που μεσολάβησαν έφερα πολλές φορές το επεισόδιο στο μυαλό μου. Με βασάνιζε, χωρίς να ξέρω το γιατί.

Σήμερα, μετά την ανάγνωση της εξαιρετικής ανάρτησης του κ. Δήμου, το κατάλαβα.
Με ενόχλησε γιατί με αφορά προσωπικά!

Γιατί και εγώ οργίζομαι!

Οργίζομαι όταν δεν ξέρουν το concept του πρωινού, που προσφέρουμε και θέλουν να αλλάξουν τη σειρά του. Ναι οργίζομαι όταν μου ζητούν την ομελέτα πρώτα, ενώ εγώ τη φυλάω σαν επιστέγασμα του πρωινού μετά τις μικρές μπουκιές από λαχανικά και τοπικά προϊόντα.

Ναι οργίζομαι όταν μου ζητούν κορνφλέιξ. Μα δεν ξέρουν το concept; Προσφέρουμε αυστηρά farm to table πηλιορείτικο πρωινό.

Οργίζομαι όταν αφήνουν το πιάτο χωρίς να φάνε. Που δεν πίνουν ας πούμε το σφινάκι από το ζουμί των πικροράδικων. Μα πως δεν εκτιμούν αυτό που με τόσο κόπο φτιάξαμε;

Οργίζομαι όταν μου ζητούν έξτρα μερίδα. Μα δεν ξέρουν ότι φτιάχνουμε όσες μερίδες είναι οι φιλοξενούμενοί μας και θα λείψει από κάποιον άλλο;

Οργίζομαι … οργίζομαι και εξοργίζομαι. Νομίζω ότι ο κ. Δήμου εξηγεί πολύ καλά τους λόγους για τους οποίους σε αυτή τη χώρα δεν μπορεί παρά να είμαστε οργισμένοι. Συν οι προσωπικοί του καθενός μας.

Όμως εμείς δουλεύουμε στον Τουρισμό.

Τούτοι δω οι άνθρωποι, οι φιλοξενούμενοί μας μάς επέλεξαν για να επενδύσουμε με εικόνες, γεύσεις και αρώματα τις αναμνήσεις των διακοπών τους!
Χωράει η οργή εκεί μέσα σαν μια καλή ανάμνηση;

Ξέρει άραγε το concept που χω στο μυαλό μου αυτός ο ανέμελος θηρευτής εμπειριών;

Όμως έως εδώ με τις ανέξοδες ερωτήσεις. Πρέπει να περάσω σε δράση. Αφού δεν μπορώ να μην οργίζομαι, ας εξαλείψω τους λόγους της οργής. Όσους μπορώ.

Κατ’ αρχήν ας κάνω τους φιλοξενούμενους κοινωνούς του concept μας, με το καλημέρα. Θα φτιάξω ένα επεξηγηματικό κείμενο, που θα μπει στο site και στο έντυπο που βρίσκεται σε κάθε δωμάτιο να τον προετοιμάσω. Κυρίως όμως θα προβάρω ένα μικρό και περιεκτικό λογύδριο για να εκφωνώ (με την ανάλογη θεατρικότητα) ‘άμα τη εμφανίση’ στο πρώτο πρωινό.

Κατά δεύτερο, ας χαλαρώσω και λίγο. Δεν είναι και έγκλημα για αυτόν που είτε ξέρει είτε δεν ξέρει το concept, θέλει μια αλλαγή. Δεν με περιφρονεί που θέλει να φάει πρώτα μια ομελέτα ή δεν θέλει να δοκιμάσει κάτι που του φαίνεται αρκούντως ‘εξωτικό’ για τα γούστα του. Πόσο μάλλον δεν πρέπει να οργίζομαι που θέλει κι άλλο από αυτό που του άρεσε. Αφού φτιάχνω 2-3 παραπάνω μερίδες ….

Δεν χωράει η οργή στον τόπο αυτό, που ζει από την παροχή υπηρεσίας, από την προσφορά εμπειρίας. Όπως δεν ήταν καλή εμπειρία ο οργίλος ταβερνιάρης, έτσι δεν θέλω να με θυμούνται σαν τον άκαμπτο ξενοδόχο, που έπαιρνε τόσο σοβαρά τον εαυτό του, ώστε αρνούνταν να σερβίρει την ομελέτα πρώτη! Αν έχεις θεό! Αρνούνταν να σερβίρει την ομελέτα πρώτη για να μην χαλάσει το concept!!!!




Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

το βιβλίο, σαν αποτύπωμα μιας διαδρομής.



Έξη μήνες μετά την έκδοση του βιβλίου 'οι γαστρονομικές ανησυχίες ενός ξενοδόχου' και δεν μπόρεσα να γράψω πέντε λέξεις για το βιβλίο και την κυκλοφορία του, εδώ στο blog. Σε αυτό το blog, που ήταν το κύριο όχημα της καμπάνιας crowdfunding.
Δικαιολογίες πολλές. Από τη μια, μετά από απανωτές καθυστερήσεις το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου 11 Ιουλίου, πάνω στην 'κάψα' της τουριστικής σεζόν, από την άλλη παρά τη χαρά μου, αισθανόμουν ταυτόχρονα ένα 'ξεφούσκωμα', μετά από ένα χρόνο συνεχούς προσπάθειας. Σε αυτό το χρόνο πίεσα και ταλαιπώρησα τον εαυτό μου, την οικογένειά μου, φίλους, κοντινούς μου ανθρώπους. Το βιβλίο ήταν το κυρίαρχο όλο αυτό το χρόνο. Με το που εκδόθηκε, αισθάνθηκα ανακούφιση αλλά και φόβο. Τώρα έπρεπε να περάσω ένα χρόνο προσπάθειας για να το προωθήσω. Να πιέσω τον εαυτό μου, την οικογένειά μου, φίλους, κοντινούς μου ανθρώπους.
Τις πρώτες μέρες είχα μεγάλη διάθεση να το κάνω. Σχεδίαζα παρουσιάσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βόλο. Μετά ..... καταλάγιασα. Έκανα τα τυπικά και απαραίτητα. Στείλαμε το βιβλίο σε όσους φίλους, γνωστούς και αγνώστους ανά την Ελλάδα και τον κόσμο μας στήριξαν οικονομικά μέσω της καμπάνιας crowdfunding. Στείλαμε το βιβλίο σε όσους μας στήριξαν μέσω της προβολής της καμπάνιας. Από τότε σποραδικά στέλνουμε το βιβλίο σε ανθρώπους που αγαπάμε και εκτιμούμε.
Το βιβλίο δεν πωλείται μέσα από τα επίσημα κανάλια, βιβλιοπωλεία, κλπ. Από τη γέννησή του είναι ένα βιβλίο οικογενειακό και χειροποίητο, έτσι και θα διατίθεται 'οικογενειακά και χειροποίητα'.



Κλείνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω για ακόμη μια φορά την Αγγέλα Ζαχαριάδη, χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε το βιβλίο με τη σημερινή του μορφή, το Φίλιππο Χήρα, χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε η καμπάνια crowdfunding με την επιτυχημένη μορφή που έτρεξε, τους Στέφανο Ψημένο & Λέττα Τασούλα, χωρίς αυτούς δεν θα ήταν το βιβλίο τόσο καλοτυπωμένο.
Να ευχαριστήσω τους Ντέπυ Χιωτοπούλου, Μιχάλη Μιχαήλ, Μερόπη Κοκκίνη, Κική Τριανταφύλλη, Χριστόφορο Σεμέργελη, Χριστίνα Πουτέτση, Νενέλα Γεωργελέ, Αντζελίνα Καλογεροπούλου, και όσους άλλους φίλους, γνωστούς και αγνώστους είχαν την καλοσύνη να βοηθήσουν προβάλλοντας την καμπάνια από τα media και τα προσωπικά τους site και social media.

Για όποιον ενδιαφέρεται να πάρει το βιβλίο στα χέρια του ας δει το site.

ΥΓ. η όλη προσπάθεια σημαδεύτηκε από το θάνατο του πατέρα μου στις 19 Μαΐου. Εύχομαι σε όλους να ξεπεράσουμε τα 93 χρόνια στα οποία έφτασε και να έχουμε την ίδια αγάπη και λαχτάρα για φαγητό, που είχε μέχρι την τελευταία στιγμή.

   

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

19 ημέρες ..... πριν το τέλος

Οι 19 ημέρες δεν αποτελούν και κάποιο ιδιαίτερο ορόσημο, ούτε η Τετάρτη μετά το Πάσχα είναι και μια ημέρα που ενδείκνυται για απολογισμούς. Όμως θέλεις η μουντάδα της ατμόσφαιρας, θέλεις ότι είπα να αποφύγω μια ακόμη μέρα με ξεχορτάριασμα στο μπαξέ, είπα να καθίσω να ενημερώσω το blog και μαζί να ενημερώσω και τις χιλιάδες των ενδιαφερομένων για την πορεία της καμπάνιας crowdfunding.


Όταν το 2017 ‘έπεσε’ η πρόταση από έναν αμερικανό πελάτη, να χρηματοδοτήσω το βιβλίο μέσα από μια καμπάνια μικροχρηματοδότησης από το κοινό, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η όλη διαδικασία θα αποτελούσε και μια άσκηση αυτογνωσίας για μένα. Να δω τις δυνατότητές μου, τους φίλους μου, τα όριά μου, τα όρια της κοινωνίας που ζω, τη δύναμη του ίντερνετ, τα media, τη σχέση μου με τους παλιούς φιλοξενούμενους του ξενώνα,…..


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στις 42 ημέρες που η καμπάνια ‘οι γαστρονομικές ανησυχίες ενός ξενοδόχου είναι στον αέρα, η σελίδα της στο indigogo είχε 4.370 επισκέψεις και 89 οικονομικές συμμετοχές που συγκέντρωσαν 2.790 δολάρια (περίπου 2.250 ευρώ) δηλαδή το 38% του στόχου.


Στο επικοινωνιακό κομμάτι, σχετικά με την καμπάνια έγραψαν:
Ο Γ.Κ. Καρατζάς στο protothema.gr Από την Τσαγκαράδα στην πλατφόρμα του indigogo’ στις 4/3
Η Ντέπυ Χιωτοπούλου στο deppystravel.gr οιγαστρονομικές ανησυχίες του Φιλάρετου Ψημμένου’ στις 12/3
Στο bostanistas.gr ‘Crowdfunding και κεφτέδες …. με ζμι’ στις 20/3
Ο Χριστόφορος Σεμέργελης στην εφημερίδα ‘Θεσσαλία’ του Βόλου ‘η γαστρονομία του Πηλίου στο επίκεντρο’ στις 22/3/18
Στο mygreektravellingspoon.com where toy stay in Greece: Amanita guesthouse’ με αναφορά και στο βιβλίο στις 23/3
Την καμπάνια κοινοποίησαν στο fb δεκάδες φίλοι, γνωστοί, ακόμη και άγνωστοι σε μένα.

Αυτό που με εντυπωσίασε είναι η απόλυτη αδιαφορία των online media του ξενοδοχειακού κλάδου. Στο ιντερνετικό κλαδικό χώρο υπάρχουν 10 τουλάχιστον newsletters, κάποια από αυτά καθημερινά και στο fb ακόμη περισσότερα. Ε λοιπόν παρότι τους ενημέρωσα όλους, μόνο η Ισαβέλλα Ζαμπετάκη, δημοσίευσε μια συνέντευξη στο εβδομαδιαίο newsletter του ‘Hotel & Restaurant’. Τι να πω φαίνεται μας θεωρούν άξιους μόνο να διαβάζουμε τα newsletters τους (για αυτό και μας τα στέλνουν καθημερινά), αλλά όχι και να δημοσιεύσουν κάτι που αφορά την προσπάθεια ενός μικρού ξενοδόχου να καταγράψει τη γαστρονομία της περιοχής του.

Ας μείνουμε όμως στα θετικά. Μέχρι τώρα χιλιάδες άνθρωποι έμαθαν για την καμπάνια, 89 τη χρηματοδότησαν, ακόμη περισσότεροι θέλησαν να συνδράμουν αλλά δεν μπόρεσαν. Μένουν 19 ημέρες για να προσπαθήσουμε να ανεβάσουμε το ποσό όσο ψηλότερα μπορούμε.
Όσον αφορά το ίδιο το βιβλίο, η Ζωή έχει φτιάξει ένα πολύ ωραίο σχέδιο για εξώφυλλο, η επιμέλεια του αγγλικού κειμένου έχει ολοκληρωθεί, άρα είμαστε πολύ κοντά στην ολοκλήρωση.


Επόμενο post μετά τη λήξη της καμπάνιας στις 30 Απριλίου.